ευδοκία


ευδοκία
I
Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας.
1. Η οσιομάρτυρας, η εκ Σαμαρειτών. Έζησε επί Τραϊανού και ήταν πόρνη. Μαρτύρησε με αποκεφαλισμό. Η μνήμη της τιμάται την 1η Μαρτίου.
2. Η μάρτυς. Καταγόταν από την Ανατολή και αιχμαλωτίστηκε από τους Πέρσες. Τέλος, μαρτύρησε με αποκεφαλισμό. Η μνήμη της τιμάται στις 4 Αυγούστου.
3. Η βασίλισσα (5ος αι. μ.Χ.). Σύζυγος του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδοσίου του B’ και λογία. Η μνήμη της τιμάται στις 13 Αυγούστου.
II
Όνομα ιστορικών προσώπων της βυζαντινής περιόδου.
1. Ε. η Αθηναΐς (5ος αι.). Βλ. λ. Αθηναΐς.
2. Ε. η Μελισσηνή (8ος αι.). Τρίτη σύζυγος του Κωνσταντίνου E’. Στέφθηκε βασίλισσα το 768.
3. Ε. η Ιγγερίνα (9ος αι.). Παλλακίδα του Μιχαήλ Γ’, ο οποίος ανήκε στο επιφανές γένος των Μαρτινακίων. Όταν ο Μιχαήλ την εγκατάλειψε, η Ε. έγινε σύζυγος του Βασιλείου του Μακεδόνα, που ήταν συμβασιλέας. Ο γιος της Λέων ΣΤ’ ο Σοφός, ο μετέπειτα βσιλιάς (886-912) θεωρείται από τους περισσότερους ερευνητές καρπός της σχέσης της με τον Μιχαήλ.
4. Ε. η Βαϊανή (τέλη 9ου – αρχές 10ου αι.). Κόρη του Οψικίου και τρίτη σύζυγος του Λέοντα του Σοφού, τον οποίο παντρεύτηκε το 900. Πέθανε κατά τη διάρκεια ενός τοκετού.
5. Ε. η Μακρεμβολίτισσα (11ος αι.). Αυτοκράτειρα του Βυζαντίου. Βλ. λ. Ευδοκία η Μακρεμβολίτισσα.
6. Κόρη του αυτοκράτορα Αλεξίου A’ του Κομνηνού (11ος αι.). Ακολούθησε το παράδειγμα της μητέρας της και αποσύρθηκε σε μοναστήρι, όπου διετέλεσε ηγουμένη.
7. Κόρη του Ανδρόνικου Κομνηνού (12ος αι.). Όταν πέθανε ο πρώτος της σύζυγος, του οποίου το όνομα αγνοείται, έγινε παλλακίδα του πρώτου της εξαδέλφου Ανδρόνικου. Αργότερα παντρεύτηκε τον Μιχαήλ Γαβρά.
8. Κόρη του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ’ του Αγγέλου και της Ευφροσύνης (13ος αι.). Παντρεύτηκε τον γιο και διάδοχο του κράλη της Σερβίας Στέφανου A’ Νεμάνια, Στέφανο Ντουσάν, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο, που ο σύζυγός της θέλησε να τον παντρέψει με τη Θεοδώρα Κομνηνή.
9. Κόρη του αυτοκράτορα της Νίκαιας Θ. Λάσκαρη (13ος αι.). Ο πατέρας της θέλησε να την παντρέψει με τον Φράγκο βασιλιά της Κωνσταντινούπολης, Ροβέρτο, που ήταν γυναικάδελφός του. Ο πατριάρχης Μανουήλ όμως αντέδρασε στα σχέδιά του θεωρώντας τον γάμο παράνομο και έτσι ο αυτοκράτορας δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την επιδίωξή του.
10. Κόρη του αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου και αδελφή του Ανδρόνικου Παλαιολόγου (; – 1320;). Παντρεύτηκε τον Ιωάννη Κομνηνό, βασιλιά της Τραπεζούντας. Το 1284, γέννησε τον Αλέξιο Κομνηνό.
* * *
η (ΑΜ εὐδοκία) [ευδοκώ]
(κυρίως για τον θεό) ευμενής διάθεση, επιδοκιμασία, εύνοια, χάρη («ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», ΚΔ)
αρχ.
1. ευχαρίστηση
2. το αντικείμενο τού πόθου, τής επιθυμίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐδοκία — εὐδοκίᾱ , εὐδοκία good will fem nom/voc/acc dual εὐδοκίᾱ , εὐδοκία good will fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευδοκία — η благосклонность, благоволение, расположение: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία (Λουκ. 2, 14) «Слава в вышних Богу, и на земли мир, в человецех благоволение» (Лк. 2, 14) ευδοκία Θεού благоволение Божие …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Εὐδοκία — Εὐδοκίᾱ , Εὐδοκία good will fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδοκίᾳ — Εὐδοκίᾱͅ , Εὐδοκία good will fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ευδοκία — η Евдокия – 1) имя некоторых святых жен Православной Церкви; 2) имя некоторых византийских императриц; 3) женское имя Этим. дргр. «благоволение» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εὐδοκίᾳ — εὐδοκίαι , εὐδοκία good will fem nom/voc pl εὐδοκίᾱͅ , εὐδοκία good will fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ευδοκία η Μακρεμβολίτισσα — (; – 1096;). Αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, σύζυγος του Κωνσταντίνου Γ’ Δούκα (1059 67) και ύστερα του Ρωμανού Δ’ του Διογένη (1068 71). Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, πεθαίνοντας, άφησε κηδεμόνα των γιων του τη μητέρα τους Ε., θέτοντάς της ως όρο, να …   Dictionary of Greek

  • Εὐδοκίας — Εὐδοκίᾱς , Εὐδοκία good will fem acc pl Εὐδοκίᾱς , Εὐδοκία good will fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδοκίας — εὐδοκίᾱς , εὐδοκία good will fem acc pl εὐδοκίᾱς , εὐδοκία good will fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδοκίαι — εὐδοκία good will fem nom/voc pl εὐδοκίᾱͅ , εὐδοκία good will fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.